20 Μαρτίου 2016

Η μεγάλη αποτυχία της ευρωζώνης


Έχει αναφερθεί πολλές φορές -και από αυτή τη γωνιά- ότι δεν χρειάζονται ιδιαίτερες γνώσεις στον οικονομικό τομέα για να καταλάβει κανείς ότι οι ακολουθούμενες πολιτικές λιτότητας που επιβάλλονται από τους γερμανούς είναι ό,τι χειρότερο για την αντιμετώπιση της κρίσης και ακόμα χειρότερο όσον αφορά την επίτευξη της επιθυμητής ανάπτυξης.
Οι πιο επιφανείς οικονομολόγοι (οι μη εξαρτημένοι από συγκεκριμένα συμφέροντα) θεωρούν ότι οι μέρες της ευρωζώνης είναι μετρημένες. Το βιβλίο του φινλανδού καθηγητή διεθνούς πολιτικής και οικονομίας Heikki Patomäki με τίτλο "Η μεγάλη αποτυχία της ευρωζώνης" παρέχει πολλές αποδείξεις για τους λόγους της επερχόμενης κατάρρευσης του εγχειρήματος της οικονομικής ενοποίησης των ευρωπαϊκών κρατών.
Από αυτό το βιβλίο μεταφέρω στη συνέχεια ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα. 
Η ηθικολογία σχετικά με τις υπερχρεωμένες χώρες της Ευ­ρωζώνης προάγει μια συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα. Οι απαιτήσεις απέναντι στις υπερχρεωμένες χώρες δεν αφορούν την «προσαρμογή» σε κάποιες τεχνικές προδιαγραφές, αλλά αποτελούν ηθικές και πολιτικές επιλογές. Αν η βασική παραδο­χή είναι ότι οι χρεωμένες χώρες ευθύνονται οι ίδιες για τα χρέη τους, και αν ο σωστός τρόπος αποκατάστασης της οικονομικής ισορροπίας είναι η περικοπή των δημόσιων δαπανών, τότε ο στόχος που υιοθετείται είναι οι ιδιωτικοποιήσεις και η αποδόμηση του κράτους πρόνοιας μέσα από μειώσεις των δημόσιων υπηρεσιών, των μισθών και των συντάξεων, και την ανακατα­νομή του πλούτου υπέρ των ευπόρων. Ενώ εφαρμόζονται πακέ­τα διάσωσης για να αποκατασταθεί η κερδοφορία του τραπεζικού τομέα, και δίνονται μπόνους σε επενδυτές και ανώτερα εται­ρικά στελέχη, ταυτόχρονα τιμωρούνται οι πιο ανυπεράσπιστοι πολίτες των χρεωμένων χωρών. Συνήθως, τα πακέτα βοήθειας που έχουν χρησιμοποιηθεί περιλαμβάνουν επίσης φορολογικές μειώσεις για τις ιδιωτικές εταιρείες και αλλαγές της εργατικής νομοθεσίας, που ευνοούν τους εργοδότες. Αυτή η εξασθένηση των συνδικαλιστικών ενώσεων, με τη σειρά της, συνήθως οδη­γεί σε μεγαλύτερες μισθολογικές μειώσεις για τους εργαζομέ­νους. Έτσι, τα πακέτα διάσωσης αντιστοιχούν λογικά με ένα συ­γκεκριμένο είδος πολιτικού προγράμματος. Είναι λιγότερο σα­φές, αλλά είναι αληθές, ότι οι οικονομικές πολιτικές αυτού του είδους συνήθως τείνουν να είναι αυτοματαιωτικές.

Οι συνθήκες στις οποίες πραγματοποιείται κάθε ενέργεια αποτε­λούν ένα όλον στο οποίο τα διάφορα μέρη εξαρτώνται το ένα από το άλλο. Το όλον δεν μπορεί να κατακερματιστεί σε διακριτά και αφηρημένα συστατικά μέρη, αφού είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του. Ο οικονομολόγος Στιβ Κιν έχει συγκρίνει τη λογική της νεοκλασικής μικροοικονομικής θεω­ρίας με την προσπάθεια απόδειξης ότι η Γη είναι επίπεδη: αν επιλέξουμε ένα αρκετά μικρό τμήμα της επιφάνειας της Γης, αυ­τό πρακτικά είναι επίπεδο, και το ίδιο ισχύει για οποιοδήποτε άλλο εξίσου περιορισμένο δείγμα. Και όταν αθροιστούν αυτές οι μικροαναλύοεις, το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι η Γη είναι όντως επίπεδη.

Ήδη από την αρχαιότητα υπήρχαν φιλόσοφοι που είχαν αποδείξει ότι η Γη είναι σφαίρα και εκτελεί τροχιά γύρω από τον Ήλιο, αλλά αυτή η θεωρία δεν ήταν συμβατή με τις κυρίαρχες καθημερινές πεποιθήσεις και εμπειρίες του γενικού πληθυ­σμού. Ωστόσο, αν οι φιλόσοφοι είχαν ακολουθήσει μια πιο κρι­τική προσέγγιση, θα μπορούσαν κάλλιστα να θέσουν το ερώτη­μα: γιατί τα πλοία εξαφανίζονται κάτω από τον ορίζοντα όταν απομακρύνονται στη θάλασσα;

Με τον ίδιο τρόπο, η κεϊνσιανή οικονομική θεωρία ξεχωρί­ζει ως μία από τις επιστημονικές επαναστάσεις της εποχής της. Η οικονομική θεωρία μετά τον Κέινς περιέχει πολλά φαινομενι­κά παράδοξα, τα οποία όμως εμφανίζονται ως παράδοξα μόνο και μόνο επειδή έρχονται σε σύγκρουση με ορισμένες καθημε­ρινές διαισθητικές αντιλήψεις. Δεν υπάρχει τίποτα το παράλο­γο αυτό καθαυτό στα ίδια τα οικονομικά παράδοξα, και η λει­τουργία τους δεν είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη. Η ταυτόχρονη δράση πολλών παραγόντων μπορεί να επιφέρει αυτοματαιωτικά αποτελέσματα, και όπως και το συμπέρασμα ότι η Γη είναι επίπεδη, αυτό που φαίνεται να ισχύει για ένα μέρος της κατά­στασης, ή για έναν μεμονωμένο παράγοντα, μπορεί κάλλιστα να μην ισχύει για το ευρύτερο όλον. Οι συμβατικοί οικονομολόγοι μιλούν συστηματικά για μικροοικονομικές και μακροοικονομι­κές θεωρίες, αλλά αυτή η διάκριση από μόνη της χαρακτηρίζεται από συνθετική πλάνη (ή πλάνη όλου-μέρους). 


Η συνθετική πλάνη παρατηρείται όταν θεωρούμε ότι αυτό που είναι δυνατό για έναν δεδομένο μεμονωμένο παράγοντα σε μια δεδομένη στιγμή είναι δυνατό για όλους τους παράγοντες ταυτόχρονα. Για παράδειγμα, αν σε μια χώρα υπάρχουν 30.000 κενές θέσεις εργασίας και 300.000 άνεργοι, θα μπορούσαν όλοι να βρουν δουλειά, αλλά προφανώς μόνο το 10% το πολύ θα μπορούσε να βρει δουλειά ταυτόχρονα. Το πρόβλημα της ανεργίας επηρεάζει το σύνολο μιας χώρας, όχι μόνο τα άτομα. Αυτό είναι ένα απλό παράδειγμα της πλάνης. Η κατανόηση πιο πολύπλοκων οικονομικών παραδόξων απαιτεί την κατανόηση της έννοιας της ενεργού συναθροιστικής ζήτησης. Η ζήτηση βασίζεται στην προθυμία κάποιων παραγόντων να πληρώσουν για αγαθά και υπηρεσίες, καθώς και στο να υλοποιήσουν και πρακτικά αυτή την προθυμία τους. Όμως, το κατά πόσο οι παράγοντες θα έχουν τα χρήματα για να το κάνουν αυτό εξαρτάται από ένα πλέγμα συνθηκών. Το χρήμα ουσιαστικά είναι μια μορ­φή πίστωσης και όχι κάτι με εγγενή αξία, και ο βαθμός ρευστότητάς του μπορεί να ποικίλλει (για παράδειγμα, μια προθεσμια­κή κατάθεση σε τράπεζα επηρεάζει τη ρευστότητα). Από μία άπο­ψη, το χρήμα συνδέει το παρόν με το μέλλον, και αντίστροφα.

Οι αποταμιεύσεις και οι επενδύσεις είναι δεσμεύσεις μέσα στον χρόνο, και προγραμματίζονται εκ των προτέρων. Οι μισθοί επίσης προγραμματίζονται συνήθως εκ των προτέρων, και συμφωνούνται είτε σε ατομική είτε σε συλλογική βάση. Οι τιμές, με τη σειρά τους, συνήθως βασίζονται σε κόστη μονάδας, τα οποία βραχυπρόθεσμα παραμένουν αμετάβλητα, συνήθως είναι αρκε­τά σταθερά, και στηρίζονται στις τιμές που καθορίζονται από άλλες εταιρείες και από τους στόχους κέρδους με βάση τους οποίους έγιναν αρχικά οι επενδύσεις. Η ζήτηση εξαρτάται από την εκπλήρωση προηγούμενων προσδοκιών (στην πραγματικό­τητα, από το διαθέσιμο φάσμα επιλογών και από τα παραγόμενα κέρδη), και από τις προσδοκίες για το μέλλον, οι οποίες από τη φύση τους δεν είναι ποτέ δυνατό να εκπληρωθούν στο ακέραιο. Το μέλλον είναι ανοιχτό και αβέβαιο, αν και σε κάποιο βαθμό προβλέψιμο.

Λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων και των πραγματικών πά­γιων επενδύσεων, η παραγωγική ικανότητα τείνει να αυξάνεται συνεχώς. Δεν υπάρχει, όμως, αυτόματη εγγύηση ότι μια εται­ρεία θα μπορέσει να πουλήσει τα προϊόντα της όπως έχει προ­γραμματίσει, ή ότι η συνολική ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες θα εναρμονίζεται με την παραγωγική ικανότητα. Η ανεπαρκής ζήτηση οδηγεί σε πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, και τελι­κά σε ανεργία. Οι αυξομειώσεις της ζήτησης μπορεί να είναι αυτοενισχυόμενες, κάτι που ισχύει για τις οικονομικές εξελίξεις γενικά. Γι' αυτό τον λόγο, υπό ορισμένες συνθήκες η ζήτηση και η παραγωγή είναι δυνατό να φθάσουν ακόμη και σε σημείο κατάρρευσης. 

Η συνθετική πλάνη και η έννοια της ενεργού συναθροιστικής ζήτησης μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε ευκολότερα μερι­κές άλλες, πιο πολύπλοκες οικονομικές πλάνες. Μία από τις γνωστότερες είναι το παράδοξο της φειδούς. Η φειδώ συνήθως θεωρείται αρετή, τόσο από ηθική άποψη όσο και από την άποψη της κλασικής οικονομικής θεωρίας. Σημαίνει να ζει κανείς μια απλή και μη απαιτητική ζωή και να αποφεύγει τις σπατάλες, ώστε να δημιουργεί αποταμιεύσεις για επενδύσεις. Όμως αν όλα τα άτομα και όλες οι επιχειρήσεις ενεργούσαν με τον ίδιο τρόπο, η συναθροιστική ζήτηση θα μειωνόταν, προκαλώντας αντίστοιχη μείωση στα εισοδήματα και τα κέρδη. Το αποτέλεσμα θα ήταν ο κορεσμός και η ανεργία, οπότε οι όποιες αποταμιεύσεις είχαν συγκεντρωθεί μπορεί γρήγορα να εξαντλούνταν. Από την άποψη του όλου, λοιπόν, η λιτότητα και η φειδώ δεν μπορούν με κανέναν τρόπο να θεωρηθούν αδιαμφισβήτητα «ενάρετες» τακτικές, και δεν συντελούν απαραίτητα στη δημιουργία αποταμιεύσεων και επενδύσεων. Πραγματικά, η κεντρική αρχή της κεϊνσιανής θεωρίας είναι ότι οι επενδύσεις δημιουργούν αποταμιεύσεις, και όχι το αντίστροφο.

Παρόμοια αντιφατικά αποτελέσματα παράγονται από την προσπάθεια να μειωθούν τα κόστη των επιχειρήσεων. Είναι βολικό να θεωρούμε ότι η περικοπή των αμοιβών θα αυξήσει τα κέρδη και ίσως επιτρέψει στην επιχείρηση να προσλάβει περισσότερο προσωπικό, πράγμα που θα βελτίωνε τα επίπεδα απασχόλησης. Όμως αν ακολουθήσουν αυτήν τη στρατηγική πολλοί εργοδότες ταυτόχρονα, τα συνολικά επίπεδα κατανάλωσης των μισθωτών θα μειωθούν γοργά, με μια αντίστοιχα δραστική μείωση της ζήτησης. Όπως έχει δείξει η Τζόαν Ρόμπινσον - μία από τις ελάχιστες διακεκριμένες γυναίκες οικονομολόγους- το κεντρικό παράδοξο του καπιταλισμού είναι ότι «Κάθε επιμέρους εργοδότης κερδίζει από μια χαμηλή πραγματική αμοιβή, αφού μειώνεται το κόστος του προϊόντος του, αλλά όλοι χάνουν από τη μείωση της ζήτησης που προκαλείται από ένα χαμηλό επίπεδο πραγματικών αμοιβών». Το αποτέλεσμα, φυσικά, είναι η αυξημένη ανεργία.

Οι προσπάθειες μείωσης των κρατικών χρεών και των χρεών των νοικοκυριών μπορεί επίσης να είναι αυτοματαιωτικές. Υπάρχει γενικά η αντίληψη ότι οι εταιρείες μπορούν να μειώσουν το επίπεδο του χρέους τους όποτε θέλουν, αλλά αυτό δεν είναι πάντα αλήθεια, ιδιαίτερα σε περιόδους κάμψης. Αν αρκετά μεγάλος αριθμός εταιρειών, λιγότερο ή περισσότερο ταυτόχρονα, περικόψουν τις επενδύσεις για να περιορίσουν τα έξοδά τους και να αποπληρώσουν χρέη, η ξαφνική πτώση του συνολικού επιπέδου παραγωγής θα φανεί γρήγορα στους ισολογισμούς ακόμη περισσότερων εταιρειών. Και όταν μειώνονται τα έσοδα, γίνεται ακόμη πιο δύσκολη η αποπληρωμή χρεών. Τελικά, πολλές εταιρείες μπορεί να μην έχουν άλλη λύση από το να δανειστούν για να καλύψουν τα καθημερινά τους έξοδα. Συνοπτικά, αυτή η στρατηγική αποπληρωμής χρεών τείνει να οδηγεί τις εταιρείες σε ακόμη μεγαλύτερα χρέη. Η ίδια δυναμική μπορεί να εκδηλωθεί στις προσπάθειες των καταναλωτών να αποπληρώσουν τα χρέη τους και να συσσωρεύσουν αποταμιεύσεις. Ο Πολ Κρούγκμαν, οικονομολόγος βραβευμένος με βραβείο Νόμπελ, υποστήριξε από το 2009, κατά την πρώτη φάση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, ότι αυτό είναι και το αίτιο που οδηγεί όλο και περισσότερα νοικοκυριά στην Αμερική σε υπερχρέωση.

Γενικά, τα οικονομικά παράδοξα εμφανίζονται όταν η αθροιστική επίδραση πολλών επιμέρους ενεργειών παρόμοιου είδους έχουν ένα αποτέλεσμα που είναι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ακριβώς το αντίθετο από το επιδιωκόμενο. Ακόμη και ένας μόνο παράγοντας μπορεί μερικές φορές να είναι αρκετά μεγάλος ώστε οι πράξεις του να παραγάγουν ένα οικονομικό παράδοξο. Το πρόγραμμα δαπανών ενός κράτους ασκεί ιδιαιτέρως καθοριστική επίδραση στη συνολική οικονομία. Αν ένα κράτος βαρύνεται από σημαντικά χρέη και δυσκολεύεται να τα αποπληρώσει (εν μέρει επειδή δεν ελέγχει τα επιτόκια), μπορεί να περικόψει τις δημόσιες επενδύσεις και να αυξήσει τη φορολογία. Όμως μια τέτοια λύση μειώνει τη συναθροιστική ζήτηση. Καθώς η οικονομία ολισθαίνει προς την ύφεση, τα φορολογικά έσοδα του κράτους μειώνονται, ενώ παράλληλα αυξάνονται οι δαπάνες από την καταβολή επιδομάτων ανεργίας και άλλα έξοδα που συνδέονται με την ύφεση. 

Η σημασία της συνθετικής πλάνης φαίνεται επίσης στο παγκόσμιο οικονομικό επίπεδο. Ένα και μόνο κράτος μεγάλου ή μέσου μεγέθους μπορεί να εκλαμβάνει τη ζήτηση στην παγκόσμια αγορά ως κάτι δεδομένο. Όμως, αν πολλά κράτη μαζί προσπαθήσουν να περικόψουν τις δημόσιες δαπάνες τους για να αποπληρώσουν τα χρέη τους, αναπόφευκτα θα μειωθεί η παγκόσμια συναθροιστική ζήτηση. Παρόμοια, αν αρκετές χώρες ταυτόχρονα προσπαθήσουν να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους λαμβάνοντας μέτρα για να διατηρήσουν τις αμοιβές σε χαμηλά επίπεδα -δηλαδή μέσω εσωτερικής υποτίμησης-, κατά πάσα πιθανότητα θα μειωθούν οι εξαγωγές αυτών των χωρών προς τις άλλες. Και καθώς μειώνονται οι εξαγωγές, η οικονομία αυτών των χωρών αναπόφευκτα θα υποφέρει, και οι δαπάνες θα αυξηθούν σε σχέση με τα έσοδα. Σύμφωνα με πολλές εκτιμήσεις, το κύριο πρόβλημα της παγκόσμιας οικονομίας ήταν ακριβώς ότι το νεοφιλελεύθερο παγκόσμιο καθεστώς συσσώρευσης δεν είναι σε θέση να εδραιώσει λογικά επίπεδα ζήτησης και ανάπτυξης της παραγωγικότητας λόγω συστημικών ελλείψεων και αντιφάσεων.
GreekBloggers.com