25 Ιανουαρίου 2016

Ο διμέτωπος αγώνας του Τσίπρα σε εσωτερικό-εξωτερικό (του Στ. Λυγερού)

Σήμερα συμπληρώνεται ένας χρόνος από την πρώτη εκλογική νίκη ενός κόμματος που αυτοαποκαλείται - και εθεωρείτο - αριστερό.
Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες αναλύσεις για να περιγραφεί η απογοήτευση όσων ψηφίζοντας τον ΣΥΡΙΖΑ πέρσι τέτοια μέρα ήλπιζαν να σταματήσει ο κατήφορος της ελληνικής οικονομίας στον οποίο είχαν οδηγήσει τα δυο μνημόνια που είχαν επιβάλλει οι δανειστές και είχαν ψηφίσει απερίσκεπτα οι βουλευτές των κομμάτων που κυβερνούσαν από το 2010 μέχρι τότε. Η συνέχεια είναι γνωστή: 3ο μνημόνιο και ο κατήφορος συνεχίζεται...
Πού βρισκόμαστε σήμερα και ποιες κινήσεις κάνει ο Τσίπρας και η κυβέρνησή του αυτόν τον καιρό μας περιγράφει ο κ. Σταύρος Λυγερός στο άρθρο του που αναδημοσιεύω στη συνέχεια από το χθεσινό Πρώτο Θέμα.
Μπρος τρακτέρ και πίσω Σόιμπλε

Μαύρα σύννεφα συσσωρεύονται στον κυβερνητικό ορίζοντα. Ενώ μέχρι πριν από μερικές ημέρες κυριαρχούσε η εκτίμηση ότι οι αλλαγές στο Ασφαλιστικό θα περάσουν από τη Βουλή χωρίς να προκαλέσουν ρήγματα στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τώρα πλέον γίνονται δεύτερες σκέψεις. Πρώτον, λόγω της σκληρής στάσης των δανειστών. Δεύτερον, λόγω των διογκούμενων κοινωνικών αντιδράσεων.

Η κυβέρνηση Τσίπρα εγκλωβίζεται σε συμπληγάδες: από τη μία πλευρά είναι οι μαξιμαλιστικές απαιτήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και του συστήματος Σόιμπλε. Οι απαιτήσεις τους απειλούν να προκαλέσουν ρήγματα στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 153, επειδή εάν υλοποιηθούν θα ρίξουν στον γκρεμό μεγάλα τμήματα της μεσαίας τάξης και των αγροτών. Από την άλλη και ως αποτέλεσμα αυτού είναι η δυναμική παρουσία των τρακτέρ στις εθνικές οδούς και οι διαδηλώσεις θιγόμενων επαγγελματικών ομάδων στην Αθήνα.

As σημειωθεί ότι το σχέδιο Κατρούγκαλου, το οποίο έχει προκαλέσει το κύμα των κοινωνικών αντιδράσεων, θεωρείται από τους δανειστές ανεπαρκές. Αρχικά είχε διαφανεί ότι το ευρωιερατείο θεωρούσε το εν λόγω σχέδιο «τολμηρή προσπάθεια» σε ένα ιδιαιτέρως ευαίσθητο κοινωνικά και πολιτικά ζήτημα, η οποία δεν πρέπει να τορπιλιστεί με μαξιμαλιστικές απαιτήσεις.


Η πίεση των δανειστών

Τα μηνύματα, κυρίως από την Κομισιόν, είχαν δημιουργήσει την εντύπωση στην κυβέρνηση ότι η επικείμενη σχετική διαπραγμάτευση με το κουαρτέτο θα επέφερε μάλλον οριακές αλλαγές. Η παρέμβαση του ΔΝΤ, όπως κωδικοποιήθηκε στη διαρροή «τους ζητήσαμε αγελάδα και μας δίνουν γάτα», άλλαξε την εικόνα. Και την άλλαξε επειδή είναι ορατό διά γυμνού οφθαλμού ότι τις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις του Ταμείου συμμερίζονται και υποδαυλίζουν οι σκληροπυρηνικοί του ευρωιερατείου. Μπορεί στη συνάντησή της με τον Τσίπρα η Κριστίν Λαγκάρντ να αποκήρυξε την παραπάνω διαρροή (δεν θα μπορούσε να κάνει κι αλλιώς), αλλά είναι δεδομένο ότι η πίεση δεν εκτονώνεται. Το επιβεβαιώνουν οι μεταγενέστερες δηλώσεις του Γερούν Ντάισελμπλουμ. Ναι μεν είπε ότι το σχέδιο Κατρούγκαλου είναι σοβαρό, αλλά πρόσθεσε ότι δεν βγαίνουν οι αριθμοί, ότι υπάρχουν δημοσιονομικά κενά.
Ο πρόεδρος του Eurogroup υιοθέτησε μετριοπαθείς τόνους, αλλά το μήνυμά του είναι σαφές: το Ασφαλιστικό δεν πρέπει να επιβαρύνει τον ελληνικό προϋπολογισμό. Αυτό πρακτικά σημαίνει δραστική μείωση συντάξεων ή επιβολή άλλων μέτρων για να μην είναι η μείωση δραστική. Μπορεί η απαίτηση για μείωση κατά 30% (ρεπορτάζ της «Wall Street Journal») να έχει διαπραγματευτικό χαρακτήρα, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι οι δανειστές απαιτούν όσα η κυβέρνηση δεν μπορεί να δώσει.

Ο Αλέξης Τσίπρας έχει ως καθοριστικό κριτήριο την επιβίωση της κυβέρνησής του. Για τους δανειστές όμως, το κριτήριο είναι να εξασφαλιστεί ότι τα επόμενα χρόνια θα υπάρξουν μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα για την εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους. Γι’ αυτό και η Λαγκάρντ, όπως και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, δίνουν έμφαση στην κάλυψη με νέα μέτρα των εκτιμώμενων δημοσιονομικών κενών στο πλαίσιο του μεσοπρόθεσμου προγράμματος.
Στην πιο ακραία γραμμή βρίσκεται βέβαια ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος αφήνει να εννοηθεί ότι το Grexit έχει μπει προσωρινά στο ράφι και ότι μπορεί εύκολα να επανέλθει στο τραπέζι. Προς το παρόν, πάντως, πιέζει για πρόσθετα επώδυνα μέτρα, αφήνοντας τον ρόλο του εμφανώς «κακού μπάτσου» στον Πολ Τόμσεν.

Η παρουσία Τόμσεν

Το γεγονός ότι ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών είχε φροντίσει να βρίσκεται και ο κ. Τόμσεν στα πέριξ την ώρα της συνάντησής του με τον Έλληνα ομόλογό του στο Βερολίνο πριν από μερικές ημέρες ήταν ένα εύγλωττο μήνυμα. Ας σημειωθεί ότι ο Ευκλείδης Τσακαλώτος περιόδευσε σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με σκοπό να αναζητήσει συναίνεση για τις ελληνικές θέσεις όσον αφορά αφενός την ολοκλήρωση της 1ης αξιολόγησης, αφετέρου την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους.

Όπως και ο κ. Τσίπρας στο Νταβός, έτσι και ο κ Τσακαλώτος άκουσε από κάποιους συνομιλητές του κάποια λόγια κατανόησης, αλλά μέχρις εκεί. Στο τραπέζι βρίσκονται μαξιμαλιστικές απαιτήσεις. Και αυτές δεν πηγάζουν μόνο από μία «αυτιστική» στάση που αδιαφορεί για τις εγχώριες πολιτικές ισορροπίες και τις αντοχές της ελληνικής κοινωνίας. Η σκλήρυνση της στάσης των δανειστών πρέπει να συνδυαστεί και να συνεκτιμηθεί με τις δηλώσεις ότι η ολοκλήρωση της 1ης ααξιολόγησης θα πάρει μήνες. Υπενθυμίζουμε ότι την αρχή είχε κάνει με δήλωσή του ο κ Ντάισελμπλουμ.

Τα επιχειρήματα

Ο πρωθυπουργός πήγε στο Νταβός με σημαία την ταχύτερη δυνατή ολοκλήρωση της 1ης αξιολόγησης και με δύο βασικά επιχειρήματα:

Πρώτον, τις μεγάλες μνημονιακές προσαρμογές που έχει ήδη κάνει η κυβέρνησή του.

Δεύτερον, τα καλύτερα από τα αναμενόμενα δημοσιονομικά αποτελέσματα. Στο πάνελ με τον Σόιμπλε, μάλιστα, εξέφρασε την πρόβλεψη ότι το 2016 η ελληνική οικονομία θα εκπλήξει με τις επιδόσεις της.

Δεν είναι μόνο η προφανής και κατανοητή σκοπιμότητα που ώθησε τον Τσίπρα στην τελευταία αυτή δήλωση. Είναι και η προσκόλληση του Μαξίμου στο αισιόδοξο σενάριο για την εξέλιξη της οικονομίας. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο εξελίσσονται τα γεγονότα και στο μέτωπο με τους δανειστές και στο εσωτερικό μέτωπο με τις ογκούμενες κοινωνικές αντιδράσεις δεν δικαιολογούν αυτή την αισιοδοξία. Μπορεί η προσωπική ατάκα του Σόιμπλε «είναι η εφαρμογή, ηλίθιε» να μονοπώλησε την προσοχή των μίντια, αλλά η ουσία είναι ότι στο Νταβός ο Αλέξης Τσίπρας δεν φαίνεται να πέτυχε κάποιο απτό αποτέλεσμα. Όχι μόνο δεν διαφάνηκε κάποια ελπίδα για χαλάρωση στην εφαρμογή του 3ου Μνημονίου, αλλά και επιβεβαιώνονται οι αρνητικές ενδείξεις όσον αφορά την 1η αξιολόγηση.

Είναι ορατό διά γυμνού οφθαλμού πως τουλάχιστον το ΔΝΤ και οι σκληροπυρηνικοί του ευρωιερατείου κωλυσιεργούν ανεβάζοντας συνεχώς τον πήχη των απαιτήσεων και επιδιδόμενοι σε διαρροές που δηλητηριάζουν το κλίμα. Σκοπός τους είναι να απομακρύνουν χρονικά ή και να αποτρέψουν την έναρξη των διαπραγματεύσεων για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Είναι αξιοσημείωτη η δήλωση του επιτρόπου Πιερ Μοσκοβισί ότι «πρώτα είναι η μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού, στη συνέχεια η ολοκλήρωση της αξιολόγησης και μετά ίσως να συζητηθεί η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους». Αυτό το «ίσως» πέρασε απαρατήρητο, αλλά έχει μεγάλη σημασία επειδή αντανακλά τις διαφωνίες που υπάρχουν στο ευρωιερατείο για το ζήτημα.

Κι άλλα μέτρα

Όσο καθυστερεί η έναρξη αυτής της διαπραγμάτευσης, η δεδηλωμένη διαφωνία του ΔΝΤ με το Βερολίνο αναφορικά με την ανάγκη δραστικής μείωσης του χρέους παραμένει θεωρητική. Αντιθέτως, πολύ πρακτική είναι η τωρινή συμφωνία τους για την επιβολή πρόσθετων επώδυνων μέτρων. Η επιβολή τέτοιων μέτρων εκ των πραγμάτων απειλεί να αποσταθεροποιήσει την κυβέρνηση. Οι πρωτοφανείς τα τελευταία χρόνια κοινωνικές αντιδράσεις δοκιμάζουν τις αντοχές της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας των 153 και κατ’ επέκταση τροφοδοτούν σενάρια για πολιτικές αλλαγές. Η κυβέρνηση δεν έχει περιθώρια ουσιαστικών υποχωρήσεων προκειμένου να εκτονώσει τις κλιμακούμενες κινητοποιήσεις. Προς το παρόν, η αιτία που προκαλεί το κύμα των κοινωνικών αναδράσεων είναι το σχέδιο Κατρούγκαλου. Αυτό, όμως, είναι η ελληνική βάση διαπραγμάτευσης με τους δανειστές και όχι η κατάληξη της διαπραγμάτευσης. Η πείρα μας διδάσκει πως όποτε η ελληνική κυβέρνηση διαφώνησε με τους δανειστές, τελικώς πέρασε αυτό που ήθελαν αυτοί. Ακόμα λοιπόν και εάν υποθέσουμε ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα εξελιχθούν διαφορετικά, το καλύτερο που μπορεί να συμβεί είναι το συμφωνημένο νομοσχέδιο που θα πάει στη Βουλή να είναι λίγο (και όχι πολύ) χειρότερο από το σχέδιο του υπουργού Εργασίας.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν σ’αυτές τις συνθήκες η κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 153 θα αντέξει. Δημοσίως, μόνο ο Γιάννης Μιχελογιαννάκης είναι που προειδοποιεί ότι εάν δεν μειωθούν οι εισφορές των αγροτών θα καταψηφίσει. Είναι κοινό μυστικό, όμως, ότι στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και ορισμένοι ακόμα βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι έχουν στείλει τα σχετικά μηνύματα στο Μαξίμου. Αντίστοιχα ζόρια εκδηλώνονται και στους ΑΝ.ΕΛ. Αξίζει να υπογραμμιστεί και το γεγονός ότι σε αντίθεση με τα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η σχέση βουλευτή - ψηφοφόρου είναι κατά κανόνα απρόσωπη, στην επαρχία η σχέση είναι προσωπική. Ο βουλευτής της επαρχίας γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να επανεκλεγεί εάν στραφούν εναντίον του πολλές μεγάλες αγροτικές οικογένειες, οι οποίες συνήθως ψηφίζουν συντεταγμένα.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να δοθεί μια εξήγηση στο ερώτημα γιατί από το 2012 μέχρι το 2015 δεν εκδηλώθηκαν σημαντικές κοινωνικές αντιδράσεις παρότι εφαρμόστηκαν και τότε επώδυνα μέτρα. Η απάντηση είναι ότι τότε υπήρχε ελπίδα στη μικρομεσαία θάλασσα που έχει πέσει στον γκρεμό ή είναι πολύ κοντά στο να πέσει. Ήλπιζαν ότι στις επόμενες εκλογές θα έφερναν με την ψήφο τους τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία κι αυτός τουλάχιστον θα τερμάτιζε τις μνημονιακές πολιτικές. Γι’ αυτό και έκαναν υπομονή.
O Τσίπρας έγινε πράγματι πρωθυπουργός και μέσα από τη γνωστή διαδρομή τώρα εφαρμόζει το 3ο Μνημόνιο. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ελπίδα για μια δημοκρατική διέξοδο από το μνημονιακό τούνελ διαψεύδεται. Χωρίς αυτή την ελπίδα τα στρώματα που δεν μπορούν ή δυσκολεύονται πολύ να επιβιώσουν καθίστανται δυνάμει εκρηκτική κοινωνική ύλη.

Τα δύο μέτωπα

Στριμωγμένο στις συμπληγάδες των εξωτερικών και εσωτερικών πιέσεων, το κυβερνητικό επιτελείο καλείται να τετραγωνίσει τον κύκλο. Οι εκκλήσεις των υπουργών στο εσωτερικό μέτωπο όχι μόνο δεν βρίσκουν ανταπόκριση, αλλά μάλλον ερεθίζουν τα πνεύματα. Οι εκκλήσεις δε του Τσίπρα για κατανόηση στο εξωτερικό βρίσκουν κάποια απήχηση, αλλά αυτή αποδεικνύεται ανεπαρκής για να καθορίσει τις σχετικές αποφάσεις του ευρωιερατείου. Ο διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Μάριο Ντράγκι και ο επικεφαλής του ESM (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας) Κλάους Ρέγκλινγκ θέλουν ειλικρινώς να ολοκληρωθεί μέσα στην άνοιξη η 1η αξιολόγηση και γι’ αυτό εμφανίζονται ευέλικτοι. Ο λόγος είναι ότι φοβούνται πως εάν τα πράγματα στραβώσουν και η Ελλάδα επανέλθει σε κατάσταση πολιτικής αστάθειας και οικονομικής αβεβαιότητας οι επιπτώσεις στην Ευρωζώνη θα είναι ιδιαιτέρως αρνητικές. Πρώτον, λόγω της τρέχουσας διεθνούς οικονομικής αναταραχής. Δεύτερον, λόγω της προσφυγικής - μεταναστευτικής κρίσης. Παρεμφερής είναι και η οπτική με την οποία βλέπουν τα πράγματα στην Κομισιόν. Λόγω της καθοριστικής επιρροής του Σόιμπλε, δεν ισχύει το ίδιο ούτε για το Βερολίνο, ούτε για το Eurogroup. Εκεί, σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες βλέπουν με καλό μάτι το ενδεχόμενο αποσταθεροποίησης της κυβέρνησης Τσίπρα.

Κυβέρνηση «ευρωπαϊκού τόξου»

Η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Ν.Δ. άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι ισχυροί της Ευρώπης βλέπουν τα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Μέχρι πρότινος είχαν πειστεί ότι ο Τσίπρας είναι ο μόνος παίκτης στην ελληνική πολιτική σκηνή και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένοι να διαπραγματευτούν μαζί του για να αποτραπούν χαοτικές εξελίξεις.

Τώρα, ορισμένοι κύκλοι κάνουν δεύτερες σκέψεις. Στην περίπτωση που ο Τσίπρας «σκοντάψει» στη Βουλή, επανέρχεται στο τραπέζι το σενάριο σχηματισμού από τη σημερινή Βουλή μιας κυβέρνησης του λεγόμενου «ευρωπαϊκού τόξου». Στο πολιτικό κλίμα που διαμορφώνεται, άλλωστε, είναι μάλλον απίθανο να βρεθούν εθελοντές από τα μικρά κόμματα του ενδιάμεσου χώρου για να συμπληρώσουν ενδεχόμενες κοινοβουλευτικές απώλειες της συμπολίτευσης. Δεδομένου ότι η Ν.Δ. δεν συζητά το ενδεχόμενο να συμμετάσχει σε τέτοια κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Αλέξη Τσίπρα, το σενάριο αυτό έχει λιγότερες πιθανότητες υλοποίησης απ’ όσες εκ πρώτης όψεως δείχνει. Όταν ζητήσαμε από κυβερνητικό στέλεχος να σχολιάσει το παραπάνω σενάριο μας απάντησε: «Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να συμμετάσχει σε οικουμενική κυβέρνηση με άλλο πρωθυπουργό. Δεν πιστεύω ότι θα χάσουμε τη δεδηλωμένη, αλλά εάν για οποιονδήποτε λόγο τη χάσουμε, θα προτιμήσουμε να πάμε σε εκλογές ακόμα και εάν οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι θα τις χάσουμε».
Όταν ρωτήσαμε τον ίδιο παράγοντα εάν η κυβέρνηση θα στείλει το Ασφαλιστικό στη Βουλή στην περίπτωση που βλέπει ότι δεν περνάει, απάντησε χαμογελώντας με νόημα: «Είμαστε αποφασισμένοι να κάνουμε όσα λογικά χρειάζονται για να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση. Υπενθυμίζουμε, όμως, ότι ο πρωθυπουργός έχει επανειλημμένα δεσμευτεί ότι δεν θα περικοπούν οι κύριες συντάξεις και γι'αυτό έχει προτείνει αξιόπιστα ισοδύναμα. Νομοσχέδιο θα πάει στη Βουλή μόνο εάν η διαπραγμάτευση με τους δανειστές οδηγήσει σε αποδεκτό από εμάς αποτέλεσμα».

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, το παιχνίδι δείχνει να χοντραίνει πολύ. Οι μαξιμαλιστικές απαιτήσεις των δανειστών εκ των πραγμάτων φέρνουν τον κόμπο στο χτένι. Το μόνο σίγουρο είναι ότι στον ορίζοντα έχουν ήδη αρχίσει να συσσωρεύονται μαύρα σύννεφα.
GreekBloggers.com