24 Αυγούστου 2015

Η μετάλλαξη του Αλέξη (του Στ.Λυγερού) - μέρος 1o

Είναι γεγονός ότι η πρόσφατη συμφωνία με τους δανειστές και η ψήφιση του τρίτου μνημονίου έχουν από ελάχιστη έως καμία σχέση με το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, με βάση το οποίο ψηφίστηκε ο ΣΥΡΙΖΑ για να κυβερνήσει. Η απογοήτευση των πολιτών που βασίστηκαν στα λεγόμενα (και την εικόνα) του Αλ.Τσίπρα είναι εμφανής. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να εξηγηθεί/δικαιολογηθεί μια τόσο μεγάλη μεταστροφή από φιλολαϊκές θέσεις σε μνημονιακές, υφεσιακές και τελικά καταστροφικές για τους πολίτες πολιτικές.
Ο κ.Σταύρος Λυγερός προσπαθεί να ανιχνεύσει αυτή τη μεταστροφή σε ένα άρθρο του που γράφτηκε, μεν, αρκετές μέρες πριν την προκήρυξη των εκλογών, παραμένει όμως επίκαιρο, αφού προσπαθεί να ρίξει φως στην αλλαγή στάσης του Αλ.Τσίπρα.
Λόγω της έκτασης του άρθρου θα το αναδημοσιεύσω σε δυο μέρη. Σήμερα το 1ο μέρος. 

Ο Τσίπρας στο δρόμο του μνημονίου

Μέχρι πριν λίγο καιρό η ρητορική του Τσίπρα αντανακλούσε την προσωπική ιδεολογική αντίφασή του: με το ένα πόδι συνέχιζε να λειτουργεί σαν αριστερός ακτιβιστής, σαν επικεφαλής ενός κόμματος διαμαρτυρίας και με το άλλο σαν κυβερνήτης, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με την πιο επώδυνη και δύσκολη (στην επίλυσή της) κρίση της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Η συμφωνία στη σύνοδο κορυφής της Ευρωζώνης συνιστά εκ των πραγμάτων όχι μόνο μία πολιτική στροφή, αλλά και το σημείο μη επιστροφής στη διαδικασία μετάλλαξης του ίδιου και του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι αληθές ότι και πριν από αυτή την ημερομηνία ο πρωθυπουργός είχε προτείνει σχέδια συμφωνίας, τα οποία παραβίαζαν βάναυσα τις πάλαι ποτέ κόκκινες γραμμές. Η υπογραφή, όμως, μπήκε το πρωί της 13ης Ιουλίου. Και από τότε τίποτα δεν μπορεί να είναι όπως πριν.
Η πολιτική δυναμική που προκάλεσε εκείνη η συμφωνία ήταν εξαρχής δεδομένο πως θα οδηγήσει σε απόσχιση την Αριστερή Πλατφόρμα και άλλους διαφωνούντες. Δεν πρόκειται, όμως, μόνο γι’ αυτό. Η κυβέρνηση Τσίπρα αυτοπροβάλλεται ως θύμα εκβιασμού και δεν αποδέχεται την ιδιοκτησία του 3ου Μνημονίου, αλλά δηλώνει αποφασισμένη να το εφαρμόσει. Αυτό εκ των πραγμάτων θα μεταλλάξει ιδεολογικοπολιτικά και τον ίδιο τον πρωθυπουργό και τον εκκαθαρισμένο από τους διαφωνούντες ΣΥΡΙΖΑ.

Έχουμε ήδη τα πρώτα δείγματα. Στις τελευταίες συνεντεύξεις και δηλώσεις του έχει υιοθετήσει όρους, εκφράσεις και επιχειρήματα, τα οποία ήταν το ρητορικό οπλοστάσιο των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων Παπανδρέου, Παπαδήμου και Σαμαρά. Μέχρι προσφάτως, το μνημονιακό στρατόπεδο κατηγορούσε για λαϊκισμό τον Τσίπρα. Τώρα, είναι ο πρωθυπουργός που χρησιμοποιεί την τόσο αγαπητή σε κάθε εξουσία ιδεολογική αυτή μομφή.
Κεντρικό στοιχείο της νέας ρητορικής του πρωθυπουργού είναι το επιχείρημα του μονόδρομου. Όπως χαρακτηριστικά είπε, το δίλημμα ήταν «ή επώδυνος συμβιβασμός ή μια οικονομική καταστροφή», την οποία και περιγράφει: «Αν έκανα αυτό που έλεγε η καρδιά μου, να τα βροντήξω και να φύγω, την ίδια μέρα θα έπεφταν τα τραπεζικά καταστήματα των ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό. Και σε 48 ώρες θα τέλειωνε η ρευστότητα. Το σημαντικότερο ήταν ότι σε 48 ώρες, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αποφάσιζε το επιπλέον κούρεμα των εγγυήσεων, ενδεχομένως θα απαιτούσε και τα δάνεια που έχουν δοθεί. Πράγμα που θα σήμαινε αρχικά την κατάρρευση της Eurobank, ακολούθως ενδεχομένως της Εθνικής και ίσως στην πορεία του συνόλου των τραπεζών… Κατάρρευση θα σήμαινε όχι ότι θα κουρεύονταν οι αποταμιεύσεις, αλλά ότι δεν θα υπήρχαν αποταμιεύσεις».
Επειδή προφανώς κανείς δεν επιλέγει την καταστροφή, ο πρωθυπουργός δικαιολογεί πολιτικά το Μνημόνιο ουσιαστικά σαν μονόδρομο, έστω κι αν προτιμάει τον όρο επώδυνο συμβιβασμό. Με τον τρόπο αυτό, όμως, ουσιαστικά επαναλαμβάνει όσα έλεγαν οι προκάτοχοί τους για να δικαιολογήσουν τις δικές τους μνημονιακές επιλογές. Επιλογές, τις οποίες ο ίδιος, όταν ήταν στην αντιπολίτευση, είχε καταγγείλει με βαρύτατες εκφράσεις.
Τώρα, προκαλεί τους εσωμομματικούς επικριτές του, οι οποίοι συνεχίζουν να λένε αυτά που και ο ίδιος έλεγε παλαιότερα: «Εάν κάποιος πιστεύει ότι ο Τσίπρας στις 12 του Ιούλη είχε εναλλακτική, την οποία επέλεξε να μην ακολουθήσει ας βγει να το εξηγήσει δημόσια δίχως λαθροχειρίες. Κι ας μας πει ποιό ήταν αυτό το σχέδιο, το οποίο είχα και δεν ακολούθησα».
Επειδή θέση της Αριστερής Πλατφόρμας είναι η έξοδος από την Ευρωζώνη, ο πρωθυπουργός σπεύδει να της απαντήσει: «Το να λέμε ότι το μεγάλο ΟΧΙ (στο δημοψήφισμα) ήταν το μεγάλο ΝΑΙ στη δραχμή, αυτό σηματοδοτεί μια λαθροχειρία». Σ’ αυτό ο πρωθυπουργός έχει δίκιο. Ο ίδιος είχε ζητήσει από τον λαό να ψηφίσει ΟΧΙ για να αποκτήσει διαπραγματευτική δύναμη κι όχι για να επιστρέψει στη δραχμή. Εκτός αυτού, η έξοδος από την Ευρωζώνη είναι εξαιρετικά σοβαρή υπόθεση για να προκύψει από καραμπόλα, ή δια της διολισθήσεως.
Το κρίσιμο ερώτημα, που αποφεύγει να θέσει ο πρωθυπουργός, δεν αφορά τις επιλογές του στις 12 Ιουλίου. Αφορά το εάν, όταν κέρδισε τις εκλογές, είχε εναλλακτική λύση από το να πάει σε 3ο Μνημόνιο. Ο Κώστας Αρβανίτης τον ρώτησε (στη συνέντευξη “στο Κόκκινο”) αν με βάση το τελικό αποτέλεσμα άξιζε τον κόπο η πεντάμηνη διαπραγμάτευση. Οι απαντήσεις ήταν αντιφατικές: «Εγώ δεν μετανοιώνω ούτε στιγμή για ό,τι έγινε αυτούς τους πέντε μήνες».
Όταν, όμως, πιέσθηκε η απάντησή του διαφοροποιείται: «Παρασυρθήκαμε μετά τις 20 του Φλεβάρη σε μια διαπραγμάτευση, η οποία ουσιαστικά ήταν μια διαρκής φθορά… Εκ των υστέρων διαπιστώνω ότι θα ήταν προτιμότερο (να μην παρασυρθούμε), εφόσον ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα φθάναμε εκεί. Αλλά ξέρετε η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Εντούτοις, όμως, επαναλαμβάνω ότι γι’ αυτό το εξάμηνο αισθάνομαι περήφανος για τη μάχη που δόθηκε, αν και έγιναν λάθη».
Στην πραγματικότητα, ο Τσίπρας υπεκφεύγει από την ουσία. Επειδή, όμως, δεν είναι τυπικός πολιτικάντης που έλεγε συνειδητά ψεύδη, νοιώθει την ανάγκη να υπερασπίσει τον εαυτό του με τον εξής αφοπλιστικό τρόπο: «Μπορεί να με κατηγορήσει κανείς ότι είχα λάθος εκτιμήσεις, λάθος υπολογισμούς, αυταπάτες. Σε κάθε στιγμή, όμως, έλεγα τα πράγματα με το όνομά τους».
Η ειλικρίνεια, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της για να είναι κάποιος καλός κυβερνήτης. Οι καλές προθέσεις του Τσίπρα δεν αμφισβητούνται. Όπως στη ζωή, έτσι και στην πολιτική, όμως, ο δρόμος προς την κόλαση είναι ενίοτε σπαρμένος με καλές προθέσεις. Οι ιδεοληψίες και οι αυταπάτες ενός πρωθυπουργού οδηγούν σε λάθος εκτιμήσεις και σε λάθος κινήσεις, συχνά με επώδυνα αποτελέσματα για τους πολίτες.
Ο ίδιος μας λέει: «Πήραμε εντολή σκληρής διαπραγμάτευσης». Η βούληση για σκληρή διαπραγμάτευση, όμως, ήταν αναγκαία, αλλά όχι και ικανή συνθήκη για να απαλλάξει την Ελλάδα από το Μνημόνιο, όπως είχε υποσχεθεί. Ήταν εξαρχής προφανές, άλλωστε, πως το ευρωιερατείο θα αντιδρούσε με τον τρόπο που αντέδρασε. Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, όμως, έπλεε στις αυταπάτες της. Γι’ αυτό και εκμεταλλεύθηκε την εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας για να στηθούν πρόωρα κάλπες και να έλθει μερικούς μήνες νωρίτερα στην εξουσία. Γι’ αυτό και πήγε στις διαπραγματεύσεις άοπλη.
Ο πρωθυπουργός είναι ακριβής όταν λέει «διαπραγματευτήκαμε σκληρά σε συνθήκες χρηματοπιστωτικής ασφυξίας». Αυτό που δεν λέει είναι ότι μη έχοντας το οποιοδήποτε εναλλακτικό σχέδιο ήταν καταδικασμένος να παρασυρθεί σε μία άνιση διαπραγμάτευση (η οποία προκάλεσε μεγάλο κόστος στην οικονομία) και στο τέλος της διαδρομής να υποκύψει. Το επιχείρημά του ότι στις 12 Ιουλίου μπροστά του είχε τον γκρεμό δεν τον απαλλάσσει από τις ευθύνες για το γεγονός ότι άφησε τα πράγματα να τον οδηγήσουν εκεί.
Τώρα, δηλώνει πως δεν «υποσχεθήκαμε στον λαό έναν υγιεινό περίπατο». Η αλήθεια είναι πως η προεκλογική επαγγελία του έμοιαζε περισσότερο με υγιεινό περίπατο παρά με αυτό που βιώνει η ελληνική κοινωνία. Ποιός δεν θυμάται τις αλλεπάλληλες διαβεβαιώσεις του ότι θα απαλλάξει την Ελλάδα από το Μνημόνιο και θα ακυρώσει αρκετά από τα μνημονιακά μέτρα σε συνθήκες οικονομικής ομαλότητας και βεβαίως εντός της Ευρωζώνης. Τα γεγονότα έχουν κρίνει οριστικά και αμετάκλητα εκείνες τις υποσχέσεις.
Ο Τσίπρας αποφεύγει να μιλήσει για το οικονομικό κόστος που συσσώρευσε στην οικονομία η πεντάμηνη διαπραγμάτευση σε συνθήκες αβεβαιότητας. Το μόνο κόστος που αναγνωρίζει ρητά (πώς θα μπορούσε να το αγνοήσει;) είναι το κόστος από την επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων. «Βεβαίως έχει συντελεστεί ζημιά από τα capital controls. Τα πράγματα, όμως, είναι αντιστρέψιμα. Προϋπόθεση είναι να ολοκληρωθεί η συμφωνία».
Την επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων την αποδίδει σε «εκδικητική απόφαση» του ευρωιερατείου, επειδή δεν έδωσε σύντομη παράταση και επειδή η ΕΚΤ σταμάτησε να παρέχει ρευστότητα μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος. Λες και υπήρχε περίπτωση τα αφεντικά της Ευρωζώνης να αντιδράσουν διαφορετικά όταν προκηρύχθηκε το δημοψήφισμα. Και μόνο ότι έτρεφε την ελπίδα πως θα τον διευκόλυναν αποκαλύπτει τις βαθιά ριζωμένες αυταπάτες του για τι είχε απέναντί του.
Ο Τσίπρας υπερασπίζει την επιλογή του να προκηρύξει δημοψήφισμα, αν και ομολογεί πως ήταν «κίνηση υψηλού ρίσκου. Ήταν όλοι απέναντί μας… Η ισχυρή στάση του ελληνικού λαού στο δημοψήφισμα, κόντρα σε θεούς και δαίμονες, κατάφερε να διεθνοποιήσει το πρόβλημα, να απογυμνώσει το σκληρό πρόσωπο των εταίρων… Έφθασε στα όρια της αντοχής και συνοχής την Ευρωζώνη».
Μπορεί η τελευταία φράση του να είναι υπερβολική, αλλά είναι σαφές πως το ηχηρό ΟΧΙ έπαιξε σημαντικό ρόλο σε πολλά επίπεδα. Αναμφισβήτητα, το 61,3% ήταν ένας πολιτικός θρίαμβος του Τσίπρα. Κατέδειξε ακόμα και στους αντιπάλους του ότι χωρίς αυτόν δεν υπάρχει πολιτική λύση.
Ο πρωθυπουργός ομολογεί ότι εν μέρει το ΟΧΙ του λαού έγινε ΝΑΙ. «Σε σχέση με το ερώτημα Α (για το τελεσίγραφο Γιούνκερ) αυτό που ήρθε μετά το δημοψήφισμα είναι παρόμοιο με αυτό που απέρριψε ο ελληνικός λαός… Όμως στο ερώτημα Β (για τη χρηματοδότηση της Ελλάδας) είναι η μέρα με τη νύχτα. Είχαμε πέντε μήνες, 10 δις και πέντε αξιολογήσεις. Τώρα έχουμε 83 δις συν την ισχυρή δέσμευση για το ζήτημα του χρέους. Άρα, ουσιαστικά στο ερώτημα Α υπάρχει μία υποχώρηση της ελληνικής κυβέρνησης και στο ερώτημα Β μία καλυτέρευση. Άρα το δημοψήφισμα έπαιξε τον ρόλο του».
Όπως έχουμε προαναφέρει, ο Τσίπρας αρνείται να αναλάβει την ιδιοκτησία του 3ου Μνημονίου. «Η τεράστια διαφορά και εκεί που τους πονάει και μας επιτίθενται είναι ότι εμείς δεν δηλώνουμε ιδιοκτήτες αυτού του προγράμματος». Έχει δίκιο για τη σημασία που αποδίδει στην ιδιοκτησία, αλλά δεν σταματάει εκεί. Αντιπαραθέτει τη στάση του με «το χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα που μας οδήγησε στο Μνημόνιο και το προηγούμενο διάστημα δεν διαπραγματευόταν, αλλά συνωμοτούσε με την Τρόικα για να επιβάλει πολιτικές». (συνεχίζεται)

Δημοσιεύτηκε στο ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ της 2/8/2015
GreekBloggers.com